Health & Pharma
Νέο σκεύασμα βοηθά στην απώλεια βάρους – Τα συν και τα πλην
Νέο σκεύασμα βοηθά στην απώλεια βάρους – Τα συν και τα πλην

Η αυξημένη χρήση ή πιο σωστά η κατάχρηση που καταγράφηκε τα προηγούμενα δύο χρόνια διεθνώς, αλλά και στην Κύπρο, σε ό,τι αφορά τα ενέσιμα σκευάσματα για τον διαβήτη, τα οποία έγιναν ανάρπαστα μετά τις δημοσιεύσεις διαφόρων celebrities που διαφήμιζαν τα κιλά που έχασαν χρησιμοποιώντας τα φάρμακα αυτά, υποχρέωσε τις φαρμακευτικές εταιρείες να μπουν σε αγώνα δρόμου προκειμένου να προμηθεύσουν την αγορά με εναλλακτικές λύσεις και να αναχαιτίσουν έτσι τη σπατάλη που οδήγησε σε πολύ χαμηλά αποθέματα φαρμάκων για τους διαβητικούς.

Στην πρώτη γραμμή οι ουσίες σεμαγλουτίδη και τιρζεπατίδη που απαντώνται στα ενέσιμα Ozempic, Wegovy και Mounjaro. Το πρώτο σκεύασμα, δηλαδή το Ozempic, εδώ και πολλά χρόνια βρίσκεται στην πρώτη γραμμή (και στην Κύπρο) για τη διαχείριση του διαβήτη, ενώ τα άλλα δύο σκευάσματα είναι, στην πραγματικότητα, το αποτέλεσμα της κατάχρησης του Ozempic και ήρθαν για να βοηθήσουν περισσότερο στην απώλεια κιλών και την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας.

Για τη σεμαγλουτίδη, την τελευταία διετία έχουν γίνει άπειρες αναλύσεις, για τα υπέρ τα κατά, τις πιθανές παρενέργειες της λανθασμένης χρήσης των φαρμάκων που προορίζονται για συγκεκριμένη ομάδα ασθενών, το πως έχασαν ή δεν έχασαν ή απέκτησαν και δεν απέκτησαν ξανά τα κιλά που είχαν χάσει οι διάφοροι που χρησιμοποίησαν την ουσία αυτή για απώλεια βάρους.

Η τιρζεπατίδη με το φάρμακο Mounjaro, το οποίο προορίζεται και για τον διαβήτη αλλά και την διαχείριση της παχυσαρκίας ήρθε για να προστεθεί στην φαρέτρα των γιατρών με τους ειδικούς ωστόσο, να τονίζουν και πάλι ότι τα ενέσιμα σκευάσματα δεν ενδείκνυνται για όλους, δεν είναι απόλυτα αθώα, αφού παραμένουν φάρμακα, και σίγουρα δεν είναι δυνατό να χρησιμοποιούνται για την απώλεια μερικών μόνο κιλών για αισθητικούς λόγους από τον οποιονδήποτε.

Με αρχή λοιπόν το δεδομένο ότι η παχυσαρκία αποτελεί ασθένεια, οι επιστήμονες τονίζουν τα οφέλη, τις πιθανές παρενέργειες και τα ενδεχόμενα συνεπακόλουθα της κατάχρησης των οποιωνδήποτε ουσιών.

Προχωρώντας σε μια αντικειμενική ανάλυση δεδομένων ο ειδικός στην ενδοκρινολογία, διαβήτη και μεταβολισμό, Άγγελος Κυριάκου, δίνει, μέσω του «Φ» πολύτιμες πληροφορίες. Τονίζοντας ότι «η παχυσαρκία αποτελεί συχνό πρόβλημα υγείας σε βαθμό που μιλάμε σήμερα για πανδημία παχυσαρκίας», ο κ. Κυριάκου, ξεκαθαρίζει ότι «η πρώτη γραμμή θεραπείας της παχυσαρκίας είναι η αλλαγή στον τρόπο ζωής που συμπεριλαμβάνει την διατροφική αντιμετώπιση (δίαιτα) και την άσκηση».

Οι αλλαγές αυτές στον τρόπο ζωής, συστήνονται ανεπιφύλακτα. Ωστόσο, επισημαίνει, «σε αρκετές περιπτώσεις δεν είναι αρκετές από μόνες τους για να μειώσουν το σωματικό βάρος στα επιθυμητά επίπεδα». Ωστόσο, επισημαίνει, «σε αρκετές περιπτώσεις δεν είναι αρκετές από μόνες τους αυτές οι αλλαγές για να μειώσουν το σωματικό βάρος στα επιθυμητά επίπεδα». Για αυτό και «η εισαγωγή των ενέσιμων φαρμάκων για χάσιμο βάρος έχει αλλάξει τα δεδομένα».

Ας εξετάσουμε λοιπόν, «τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα ενός καινούργιου φαρμάκου (Mounjaro) για χάσιμο βάρους. Προτού συζητήσουμε για το φάρμακο καθαυτό να σημειώσουμε πως δεν είναι όλες οι περιπτώσεις της παχυσαρκίας / αύξηση βάρους οι ίδιες. Προτού αναλογιστεί κάποιος τη χρήση φαρμάκων, πρέπει να τύχει μιας ενδελεχούς εξέτασης / αξιολόγησης από τον/την ενδοκρινολόγο, ή άλλο γιατρό με ειδικό ενδιαφέρον στην παχυσαρκία, με σκοπό να αποκλειστεί η παχυσαρκία λόγω υποκείμενων παθήσεων, να διευκρινιστεί κατά πόσο υπάρχουν άλλες παθήσεις και να αποφασιστεί ποια είναι η καλύτερη διαχείριση».

Το νέο φάρμακο, ο τρόπος δράσης του, τα υπέρ και τα κατά

«Το Mounjaro, που περιέχει τη δραστική ουσία τιρζεπατίδη, είναι ένα καινούργιο φάρμακο που έχει αδειοδότηση για χρήση στην παχυσαρκία και στον Διαβήτη τύπου 2». Σε μια πιο επιστημονική επεξήγηση, «η τιρζεπατίδη είναι ένας αγωνιστής στους υποδοχείς δύο ορμονών που ονομάζονται GLP1 (γλυξανοειδές πεπτίδιο 1) και GIP (γλυκοζοεξαρτώμενου ινσουλινοτρόπου πολυπεπτιδίου). Έχει δράση στον υποθάλαμο του εγκεφάλου με αποτέλεσμα την μείωση της όρεξης. Προκαλεί μείωση του ρυθμού που αδειάζει το στομάχι με αποτέλεσμα να επιφέρει αίσθημα κορεσμού πιο νωρίς. Επίσης, διεγείρει τη μετα-γευματική παραγωγή ινσουλίνης από το πάγκρεας. Η ινσουλίνη με τη σειρά της προκαλεί τη μείωση της γλυκόζης (σακχάρου) στο αίμα, χωρίς να υπάρχει ανησυχία για υπογλυκαιμίες. Επιπλέον, προκαλεί αύξηση της ευαισθησίας του λευκού λιπώδους ιστού στην ινσουλίνη με αποτέλεσμα την καλύτερη δράση της ινσουλίνης και μείωση του σακχάρου στο αίμα».

Με απλά λόγια, «η τιρζεπατίδη χορηγείται υποδόρια με μία εύκολη στη χρήση προγεμισμένη συσκευή τύπου πένας και με δοσολογία μία φορά την εβδομάδα. Αποτελεί μάλλον το πιο αποτελεσματικό σκεύασμα που υπάρχει αυτή την στιγμή για έλεγχο του σακχάρου στον Διαβήτη τύπου 2 και για την μείωση του σωματικού βάρους».

Όσον αφορά το βάρος, «το πλείστο εκ του βάρους που χάνεται, με τη χρήση του σκευάσματος, αποτελεί λιπώδη ιστό, με ελάχιστο αντίκτυπο στο μυώδη ιστό».

Ως εκ τούτου, «μειώνει σημαντικά το σπλαχνικό λίπος, το οποίο συνδέεται άμεσα με το καρδιοαγγειακό ρίσκο».

Παράλληλα, «μειώνει άλλους παράγοντες κινδύνου όπως την αρτηριακή πίεση και τη χοληστερόλη, συμπεριλαμβανομένων και των τριγλυκεριδίων.

Ήδη έχουμε δεδομένα για ένα ευνοϊκό αντίκτυπο όσον αφορά τη μεταβολικά σχετιζόμενη στεατωτική νόσο του ήπατος (γνωστή και ως ‘μη-αλκοολική νόσο του ήπατος’ ή ‘λιπώδες συκώτι’) και την αποφρακτική άπνοια ύπνου, παθήσεις που σχετίζονται άμεσα με το μεταβολικό σύνδρομο».

Στα μειονεκτήματα, πρόκειται για ένα ακριβό φάρμακο και «λαμβάνοντας υπόψη πως η παχυσαρκία είναι μια χρόνια πάθηση αυτό συνεπάγεται πως και η θεραπευτική αντιμετώπιση πρέπει να είναι χρόνια».

Όσον αφορά τις παρενέργειες, «ορισμένοι ασθενείς θα παρουσιάσουν γαστρεντερικές διαταραχές, εκ των οποίων η ναυτία είναι η πιο συχνή. Άλλες διαταραχές του πεπτικού συστήματος περιλαμβάνουν εμετούς, διάρροια, δυσκοιλιότητα και δυσπεψία». Επιπρόσθετα, «η τιρζεπατίδη προκαλεί μικρή αύξηση του ρίσκου για πέτρες στη χολή (χολολιθίαση), αν και αυτή η παρενέργεια ισχύει με οτιδήποτε προκαλεί απότομο χάσιμο βάρους, ακόμα και μετά από αυστηρή δίαιτα».

Σύγκριση με τη σεμαγλουτίδη

«Η σεμαγλουτίδη είναι διαθέσιμη με την εμπορική ονομασία Ozempic στην Κύπρο. Η σεμαγλουτίδη έχει ένδειξη χρήσης στην παχυσαρκία και στον Διαβήτη τύπου 2, ενώ το Ozempic έχει αδειοδότηση χρήσης μόνο στον Διαβήτη τύπου 2».

Το Ozempic είναι βεβαίως γνωστό τα τελευταία χρόνια στην Κύπρο «αφού χρησιμοποιείται εκτεταμένα εκτός ενδείξεως (off label) και για την παχυσαρκία».

Το Wegovy «αποτελεί μια άλλη εμπορική συσκευασία σεμαγλουτίδης, σε μεγαλύτερη δόση, που έχει αδειοδότηση και για τις δύο παθήσεις (διαβήτη και παχυσαρκία), αλλά δεν είναι διαθέσιμο στην Κύπρο. Παρ’ όλο που και τα δύο σκευάσματα είναι πολύ αποτελεσματικά στη διαχείριση του Διαβήτη Τύπου 2, η τιρζεπατίδη έχει συγκριτικά μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα όσον αφορά τον γλυκαιμικό έλεγχο».

«Παρόλο που και τα δύο σκευάσματα είναι πολύ αποτελεσματικά στη διαχείριση του Διαβήτη Τύπου 2, η τιρζεπατίδη έχει συγκριτικά μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα όσον αφορά τον γλυκαιμικό έλεγχο, με μείωση της γλυκοζυλιομένης αιμοσφαιρίνης κατά 1.6-2.4% έναντι 1.5-1.8% της σεμαγλουτίδης».

Επιπλέον, «προκαλεί μεγαλύτερο χάσιμο βάρους, περίπου 15-22% έναντι 12-15% με τη σεμαγλουτίδη. Περίπου 91% των ασθενών θα χάσουν τουλάχιστο 5% του σωματικού τους βάρους με την τιρζεπατίδη, έναντι 86% με την σεμαγλουτίδη». Άρα συνοπτικά «και τα δύο σκευάσματα είναι αρκετά αποτελεσματικά στον έλεγχο του Διαβήτη και του σωματικού βάρους, με μία μέτρια υπεροχή της τιρζεπατίδης».

Παρόλο που και τα δύο φάρμακα είναι ακριβά (και μη διαθέσιμα στο ΓεΣΥ) υπάρχει μία έρευνα στο εξωτερικό που δείχνει πως η τιρζεπατίδη έχει καλύτερη συσχέτιση κόστους / οφέλους».

Η σεμαγλουτίδη όμως, «έχει και αυτή κάποια πλεονεκτήματα όπως η ελαφρώς λιγότερη πιθανότητα εμφάνισης παρενεργειών, ειδικά στα αρχικά στάδια της θεραπείας. Η σεμαγλουτίδη έχει ερευνητικές αποδείξεις για μείωση καρδιοαγγειακών νοσημάτων, ενώ για την τιρζεπατίδη ακόμη αναμένουμε τις έρευνες σε σχέση με τα καρδιοαγγειακά καταληκτικά σημεία».

Η θέση της τιρζεπατίδης στη θεραπεία

«Η επίσημη ένδειξη του φαρμάκου είναι σε άτομα με δείκτη μάζας σώματος (ΔΜΣ) μεγαλύτερο ή ίσο με 30 kg/m2 ή 27 kg/m2 με συν-νοσηρότητες που σχετίζονται με την παχυσαρκία».

«Για άτομα με νοσογόνο παχυσαρκία (ΔΜΣ > 50 kg/m2) συνολικά θεωρούμε πως οι βαριατρικές επεμβάσεις υπερέχουν αφού προκαλούν περισσότερο χάσιμο βάρους και πιθανό να έχουν καλύτερη σχέση κόστους / οφέλους».

Σε άτομα με λίγα επιπλέον κιλά και χωρίς συν-νοσηρότητες (δηλαδή που δεν έχουν ένδειξη για τιρζεπατίδη ή σεμαγλουτίδη) είναι προτιμότερο να εντατικοποιήσουν τις προσπάθειες για χάσιμο βάρους με διατροφικά και άλλα μέσα».

Παράλληλα, «η ακριβής θέση της τιρζεπατίδης στην θεραπεία ατόμων με ΔΜΣ 30-50 ή 27-30 kg/m2 με συν-νοσηρότητες δεν έχει ξεκαθαρίσει, π.χ. κατά πόσο πρέπει να δίνεται σαν 1η γραμμή θεραπείας ή εναλλακτικά σαν 2η γραμμή θεραπείας μετά από χρήση σεμαγλουτίδης ή άλλων φαρμάκων».

«Μέχρι να υπάρξει συναίνεση ειδικών και σχετικές κατευθυντήριες οδηγίες θα πρέπει να γίνεται εξατομίκευση θεραπείας λαμβάνοντας υπόψη το ΔΜΣ, τις συν-νοσηρότητες (π.χ. Διαβήτη τύπου 2), το κόστος των φαρμάκων αυτών και τις προτεραιότητες, ανησυχίες και προσδοκίες των ασθενών».

«Καταληκτικά η τιρζεπατίδη (Mounjaro) αποτελεί μια καλοδεχούμενη προσθήκη στην φαρέτρα μας για καταπολέμηση της παχυσαρκίας και του Διαβήτη τύπου 2 αλλά όπως όλα τα φάρμακα πρέπει να χορηγείται με προσοχή και εξατομικευμένα και παράλληλα με μία καλή διατροφή και ένα υγιεινό τρόπο ζωής».